εξαμηχανώ

εξαμηχανώ
ἐξαμηχανῶ, -έω (Α) [αμηχανώ]
απαλλάσσομαι από την αμηχανία για κάτι, βγαίνω από κάποια δυσκολία («εἰ μή τι τούτων ἐξαμηχανήσομεν», Ευρ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”